Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

συνέχισε να οδηγάς και θα συνεχίσω να σου λέω "φτάνουμε"

θέλω να μου παίξεις λίγη μουσική και να σταματήσεις να μοιάζεις αλήτης
και σταμάτα να παριστάνεις τον αλλαγμένο δε σου πάει
αλλάζει μόνο ό,τι υπάρχει
εσύ δεν ήθελες να υπάρχεις
ή είσαι πολύ έξυπνος ή εγώ είμαι τόσο έξυπνη που έχτισα όλες τις συνθήκες να σε κάνουν να μοιάζεις έξυπνο
όμορφος είσαι, λίγο κοντός, αλλά έχεις βρει τον τρόπο σου και μ' αυτό.
θέλω να μου χορέψεις λίγο χωρίς να μου πιάνεις τον κώλο
δεν ακούμε την ίδια μουσική όπως πριν δυο χρόνια
τώρα είναι τώρα
εσύ δεν είσαι εδώ κι εγώ παριστάνω ότι υπάρχεις και σου ζητάω και χάρες
ή είσαι πολύ πραγματική παραίσθηση ή κάποιος με σφάζει εδώ και τώρα
γιατί νιώθω έναν πόνο εδώ στην κοιλιά
όπως τότε.
θέλω να σε είδα στο δρόμο σήμερα. να φορούσες ένα τζιν και το γαλάζιο σου t-shirt
ξέρεις τι φοράς, σου πάει το γαλάζιο.
να ήσουν λίγο αξύριστος, να κρατούσες μια κοπέλα απ' το χέρι. να ήταν όμορφη και σκύλα
να μου ξέσκιζε κάποιος την κοιλιά, να σου χαμογέλασα σα να μην υπήρχε αύριο
λίγο κοντός μου φάνηκες έπειτα 
και αλλαγμένος.
θέλω να υπάρχεις. εδώ μέσα. πουθενά αλλού.
αυτό είναι κάτι για σένα και για μένα, κανείς δε θα καταλάβει, σε κανέναν δε θα αρέσει, γιατί να διαβαστεί άλλωστε, επείδη κάποιος με σφάζει ;
αυτό είναι  ανάμεσα σε μένα και σε μένα, γιατί εσύ δεν υπάρχεις, είσαι παραίσθηση
κι εγώ έχω παραισθήσεις
θα ΄ναι που δεν έφαγα καλά και ψαχουλεύω για αναμνήσεις από τότε που είχα ερωτευτεί και δεν ήθελα να τρώω
μου θύμισες ,παραίσθησή μου, τότε που είχα άλλη παραίσθηση, μικρή θα ήμουν κι η μαμά μου κρατούσε ένα αγοράκι από το χέρι και χαμογελούσαν σα να μην υπήρχε αύριο
και πάλι αυτός ο πόνος στην κοιλιά, όλες οι παραισθήσεις μου έχουν κοινό παρονομαστή
τελικά έχω μια στο τόσο κάτι παραισθήσεις, επαναστάσεις, προσωπικές και μη είναι δελεαστικές δε λέω
αλλά εγώ στις παραισθήσεις μου χαμογελάω σα να μην υπάρχει αύριο ενώ κάποιος με σφάζει 
εκκίνηση η κοιλιά
α ξέχασα κάποιον σημαντικό για παραίσθηση, εκείνον που με έκλεισε σε ένα δωμάτιο για να μου εξηγήσει με επιχειρήματα πώς δε μπορεί να κάνει αλλιώς, πρέπει να μου ξεσκίσει την κοιλιά
εκεί έκλαιγα, όχι γιατί θα με έσφαζε, αλλά γιατί δεν είχα επιχειρήματα να τον πείσω να μη με σφάξει
γι' αυτό δεν έβγαλα μιλιά, μου ξέσκισε την κοιλιά
ύστερα απ' αυτό αφιερώνω όλη μου τη ζωή -και τις παραισθήσεις μου ακόμα- στο να βρω επιχειρήματα 
αλλά πάντα το ίδιο καταλήγει, δε θέλω να κλαίω πια
έτσι χαμογελάω σα να μην υπάρχει αύριο και κάποιος μου ξεσκίζει την κοιλιά
θέλω να επαναστατήσω μα οι παραισθήσεις μου καλά κρατούν και πεινάω λίγο
και τί να φάω, παραισθήσεις
μπούκωσα, σε φωνάζω, δεν έρχεσαι, κοιμάσαι τέτοια ώρα
την ώρα των παραισθήσεων κοιμάσαι
αλλάζουμε ;
εσύ να έχεις παραισθήσεις κι εγώ να κοιμάμαι
κι εσύ να ανησυχείς για το αύριο κι εγώ να περπατάω στο δρόμο χεράκι χεράκι με την όμορφη σκύλα
κι εσύ να χαμογελάς σα να μην υπάρχει αύριο κι εγώ ανάμεσα στα απομεινάρια να ψάχνω κοντά στο κρανίο σου μήπως και θυμηθώ πώς σε λένε
πέρασαν και δυο χρόνια
πέρασαν έξι χρόνια
πέρασαν δεκαεφτά χρόνια
ξέρω όλα πως τα λένε 
παραισθήσεις κι εσένα παραίσθηση
μα τι ακατάπαυστη φλυαρία
μα τι φλύαρη ακαταστασία στην κεφάλα μου
χύθηκε λίγο μυαλό απ' τ' αυτιά μου
όμως ακόμα έχω αρκετό να θυμηθώ πώς σε λένε και τη σκύλα
το αγοράκι της μαμάς
τα επιχειρήματα
σφαγή κοιλιά 
χαμόγελάω δεν υπάρχει αύριο
αύριο δυστυχία
θυμάμαι τ' όνομά σου δε θυμάμαι πως σε φώναζαν οι άλλοι
μη με σφάζεις αγαπημένη μου παραίσθηση 

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

θα κρυφτούμε καλά κι όποιος βρει τον άλλον χάνει

για να τελειώνει αυτό, το αχαρακτήριστο παιχνίδι
τα παιχνίδια δεν τελειώνουν
είναι ατέλειωτα, κάθε μέρα βρίσκουμε καινούριο, αν θέλουμε

αρεσκόμαστε όλοι στο να παίζουμε
με τη μπάλα, με τη φωτιά, με τα σκυλάκια

θέλεις να πάρουμε ένα σκυλάκι;
γιατί βαρέθηκα να παίζουμε το πουλί σου

μόνο κάποιοι από μας συνεχίζουν δια παντός τα παιχνίδια
βγαίνουν στα μπαλκόνια, χαζεύουν τους γείτονες 
κι ύστερα φτιάχνουν τη συνέχεια της ιστορίας πίσω απ' την κουρτίνα

εμείς αυτό το κάνουμε και στο μπαλκόνι μας, 
το πισινό, το χωρίς γείτονες και με πουλιά που κουτσουλάνε τις σκέψεις μας

δεν υπάρχουν κανόνες, ούτε εξαιρέσεις
εμείς τα φτιάχνουμε όλα¨ μόνο που δε φτιάχνουμε ο ένας τον άλλο

όποιος νομίζει πως ξέρει τους κανόνες
έχει πάψει εδώ και καιρό να παίζει σωστά το παιχνίδι
είναι μόνο αναμνήσεις από μια ξεχασμένη παιδικότητα, 
που σαπίζει εκεί σ' εκείνο το ράφι πάνω από το κρεβάτι


θέλεις να παίξουμε ένα παιχνίδι;
θα κρυφτούμε καλά κι όποιος βρει τον άλλον χάνει

ξέρω κι άλλο¨
εγώ θα γελάω τρανταχτά κι εσύ θα πρέπει να με κάνεις να σταματήσω

κι άλλο κι άλλο¨
θα σου δώσω τα αγαπημένα μου πράγματα και θα τα καις για να μαζέψεις πόντους

και το αγαπημένο μου¨
εγώ θα τρέχω κι εσύ δε θα με κυνηγάς, αν με πιάσεις κέρδισες

αν καταφέρεις να φτάσεις πουθενά, γράψε μου

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

ξέρεις

Ξέρεις, ευτυχία είναι το να λέμε ότι είσαι μέσα μου. Κανείς δεν έχει μπει μέσα μου ποτέ κι εδώ που τα λέμε κανείς δε θα μπει. Ποτέ. Ευτυχία είναι να ενωνόμαστε για μερικά λεπτά, ίσα που να πούμε πως μπήκες μέσα στο μυαλό μου, για λίγο. Ευτυχία είναι που με γέννησες, ακόμη κι αν το ξέχνας που και που. Η μοναξιά μου είναι ανυπόφορη, ο εαυτός μου επίσης, τα πρώτα λουλούδια που μου έφερες είναι ευτυχία, ακόμη κι αν ξέρω ήδη πως θα μ' αφήσεις για κάποια άλλη. Μερικές φορές νιώθω τόσο ανελέητα μόνη, που ακόμα και τα πρώτα σου λουλούδια με παρηγορούν.
Ξέρεις, εκείνα που δε μου έδωσες ποτέ.


Ευτυχία είναι να λέμε πως δε μας χρειάζονται τα λόγια. Και εκείνες οι σιωπές μας, αυτές είναι ευτυχία. Και όταν λέμε πως θα είμαστε μαζί, τη στιγμή που ξέρουμε πόσο μόνοι είμαστε και θα είμαστε. Αυτά που πιστεύουμε είναι ευτυχία. Γιατί αυτά νομίζουμε για αλήθεια. Μερικές φορές είναι τόσοι οι άνθρωποι ανάμεσά μας που νιώθω πως σε κλέβουν από μένα. Ευτυχία είναι όταν καταλαβαίνω πως κανείς δε σε έκλεψε από μένα. Και τα λουλούδια που μου έφερες προχθές. Αυτό είναι ευτυχία. Μερικές φορές νιώθω τόσο ανελέητα μόνη που ακόμα και τα λουλούδια με παρηγορούν.
Ξέρεις, εκείνα που δε μου έδωσες ακόμη.



...

*καλό μήνα

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

το λούνα παρκ

γυρίζουμε γύρω από το ίδιο σημείο χρόνια τώρα
πληρώνουμε για να το κάνουμε
και η αλήθεια είναι πως το διασκεδάζουμε

στο τρενάκι του τρόμου μας μπήκαν κάτι ψύλλοι στ' αυτιά
κι ύστερα γλίστρησαν στο κορμί μας
και λίγο λίγο τους αφήνουμε να μας πίνουν το αίμα

ξοδέψαμε πολύ χρόνο στον ίδιο στόχο
μόνο που δεν ήταν κοινός

σαν λούνα παρκ υπό αέναη λειτουργία
υπολειτουργία

όπου τα ζευγαράκια δε φιλιούνται πια στα χείλη
για να μη ρουφήξει ο ένας την ψυχή του άλλου

οι νέοι επισκέπτες είναι όλοι τυφλοί και κουφοί
γεύονται την αποτυχία, μυρίζουν στον αέρα την εγκατάλειψη, αγγίζουν τη μούχλα
αλλά δεν εμπιστεύονται τις κατακρεουργημένες τους αισθήσεις

τα μάτια των παιδιών μαραίνονται και πέφτουν στο θέαμα
και τα αυτιά τους γεμίζουν από ένα ατέλειωτο βουητό

όλοι ως το τέλος ανθρώπινα ελπίζουμε

νοικιάζουμε βαγόνια μα
πριν καλά καλά προλάβουμε να επιβιβαστούμε για το ταξίδι της ζωής μας,
σαπίζουμε στην ουρά αναμονής και στα καθίσματα

ποιος θα μας δικάσει που πιστέψαμε στην αθανασία;
ο χρόνος

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Ο γοητευτικός εκείνος άντρας βγαίνει μαζί μου τα Σαββατοκύριακα


έχει μάτια διαβολικά, δεν είναι καστανά. όλη την υπόλοιπη εβδομάδα κλαίει για τις χαμένες του αγάπες. κι είναι πολλές. δε του φτάνουν χίλιες εβδομάδες να κλάψει. τα σαββατοκύριακα κάνει πέντε λεπτά διάλειμμα. τότε βγαίνει μαζί μου. όταν βγαίνουμε, δε μιλάει για καμία απ' αυτές. μου λέει ιστορίες. δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. κι ούτε ξέρω από που τις μαθαίνει. δε ρωτάω. τι με νοιάζει; με κάνουν να φαντάζομαι. καπνίζει πολύ όταν βγαίνει μαζί μου. καπνίζει νομίζω τα τσιγάρα μιας παλιάς του γκόμενας. καπνίζει την γκόμενα. του αρέσει η λέξη γκόμενα. εμένα καθόλου. μια ιστορία μου είπε και γι' αυτήν.
την κυριακή το βράδυ τελειώνει το πεντάλεπτο διάλειμμα. κι ύστερα γυρνάει στο θρήνο του. δεν πιστεύω πως θρηνεί για τις χαμένες του αγάπες. πιστεύω πως θρηνεί για το χαμένο του εαυτό. κι είναι πολλά τα κομμάτια. δε του φτάνουν χίλιες εβδομάδες για να κλάψει.
στα πεντάλεπτα διαλείμματά μας με κοιτάει σα να μην υπάρχει αύριο. στα μάτια του εμφανίζονται κάμποσες ρυτίδες. ακούει πίσω από τις λέξεις μου. ό,τι έχω δε το λένε οι λέξεις μου. κι αυτός θέλει ό,τι έχω.
στα πεντάλεπτα διαλείμματά του πρέπει να συλλέγει δυνάμεις, για να πενθεί όλο τον υπόλοιπο καιρό. κι ύστερα γυρνάει στο πένθος του. δε κλαίει για τις χαμένες του αγάπες, δε θρηνεί για το χαμένο του εαυτό. πενθεί τη χαμένη ανθρωπότητα. την χωρίς αγάπες. την χωρίς εαυτό.
κι ύστερα κάνει πέντε λεπτά διάλειμμα, μαζί μου. όταν πεθάνει, κάποιος πρέπει να πενθεί. όχι αυτόν. γι' αυτόν κάποιος θα βρεθεί να κλάψει.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

...

Είναι προτιμότερο να θεωρείς τον εαυτό σου ως κάτι πολύ πιο ταπεινό και λιγότερο θεαματικό (αλλά κατά τη δική μου άποψη πολύ πιο ενδιαφέρον) : ως ποιητή που μέσα του ζουν όλοι οι ποιητές του παρελθόντος και από τον οποίο θα ξεπηδήσουν όλοι οι ποιητές του μέλλοντος. Έχεις κάτι από τον Τσώσερ μέσα σου, και κάτι από τον Σαίξπηρ, τον Ντράιντεν, τον Πόουπ, τον Τέννυσον -για να αναφέρω μόνο τους περιφανείς προγόνους σου- αναδεύει στο αίμα σου και μερικές φορές σπρώχνει λίγο την πένα σου αριστερά ή δεξιά. Με δυό λόγια, έχεις χαρακτήρα πανάρχαιο, πολυσύνθετο και αΐδιο, και ως εκ τούτου καλά θα κάνεις να αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου με τον δέοντα σεβασμό και να το καλοσκέφτεσαι προτού αποφασίσεις να μεταμφιεσθείς σε Γκάυ Φωκς και ξαφνιάσεις φοβητσιάρες γριούλες στη γωνιά του δρόμου, με απειλές του τύπου στείλε γράμμα ή πέθανες.  


...

*Γράμμα σε έναν νέο ποιητή, Βιρτζίνια Γουλφ, εκδόσεις ΑΓΡΑ, μετάφραση: Άρης Μπερλής
[απόσπασμα]

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

«Λεμόνι σε μπλε ή πράσινο φόντο» - Διήγημα


*Επίλογος*

Ωκεανός-άμμος-τραίνο. Κάτω από τη σκόνη που σηκώνουν οι ρόδες του στην άμμο φαίνονται οι ράγες να χάνονται προς τα πίσω. Όλα τα τραίνα που εκτελούν αυτή τη διαδρομή θα πρέπει να πατήσουν πάνω σε αυτές τις ράγες, όλοι οι επιβάτες θα κολλήσουν για μια στιγμή μέσα στο παράθυρο και αναδυόμενοι από τους στροβίλους του λογισμού τους θα απηχθούν από το άγριο τοπίο-για μια στιγμή μόνο. Οι ράγες μένουν πάντα εκεί· όσο δεν υπάρχει τραίνο επάνω τους οι ράγες παραμένουν ένα ενιαίο μεταλλικό κατασκέυασμα, μόλις όμως ο πρώτος κόκκος άμμου χωθεί κάπου ανάμεσα στα σίδερά τους ξε-χωρίζουν σε μπρος και πίσω, σε παλιές και νέες, θυμίζουν τη διαδρομή που πέρασε και αντιπροσωπεύουν την αναμονή και την περιέργεια για τον άγνωστο προορισμό που έπεται.

            Ένα βλέμμα παγιδευμένο πίσω από ένα τζάμι, ένας νους περιπλανώμενος στο γοητευτικά άγριο τοπίο της παραλίας. Ένας ήλιος ράθυμος και νυσταγμένος πίσω από αγκαλιασμένα μπαμπακοσύννεφα- στα πόδια του η απέραντη ακτή γυμνή κι ανάσκελη να χαίρεται την αυγή του κόσμου κι ο άνεμος να μαίνεται ανάμεσα στα στήθια της, όπως τότε που περνούσε με έναν ερωτικό απόηχο ανάμεσα στα κυκλάμινα και στα ανώριμα μπούστα των κοριτσιών: άνεμος άσελγος, άνεμος αιώνιος. Γλυφά κύματα που κάνουν το κορμί να ριγήσει, ηδονή στον αφρό της τρικυμίας κι ένας ακόρεστος Ποσειδώνας να ζωγραφίζει το σαρδόνιο χαμόγελό του στους βράχους.

            «Όπως τότε που σε είχα για μητέρα και η μουντάδα έτρεχε μακριά μόλις άφηνες το αποτύπωμά σου στην άμμο. Όπως όταν νόμιζα οτι η φύση ακολουθεί το πεπρωμένο, ενώ μου έδειξε οτι απλά το ανέχεται. Η θέληση πηγάζει από την περιέργεια του αγνώστου, από την βυθομέτρηση του ωκεανού, από τη βολιδοσκόπηση του έρωτα-διότι παραδινόμαστε στον έρωτα επειδή μας τροφοδοτεί εκείνη την εσωτερικότερη αίσθηση του απρόσμενου, κι εκεί ακριβώς σπάει η πλάκα της μοίρας. Δεν μπορώ να μιλήσω για το τώρα γιατί «τώρα» δεν υπάρχει. Όταν το παρόν παρέρχεται με την ταχύτητα της λήθης τότε το μόνο που μένει είναι να γονατίσει το Σύμπαν υποκλινόμενο στο Παρελθόν.  Ξέρεις, σε φέρνω συχνά στη θύμισή μου, σαν εξάσκηση του «εγώ» μου, να δω πότε θα αποκτήσω την ενεργητική ανοσία στον πειρασμό της εσωτερικής ζυγαριάς να γέρνει προς το -βεβαρυμένο από την ερωτική παρουσία σου- παρελθόν μου και την μοιρολατρικά θεοποιημένη -ανεπιστερεπτί διαλειπούσα- ιστορία του.»

            Ανακάθομαι στο κάθισμά μου και βυθίζομαι ξανά, εθελοντικά, στον μεθυστικό χορό της στροβιλιζόμενης άμμου. «Μόνο ένα κάδρο θα μπορούσε να μαρτυρήσει την αρνητική παλίνδρομη ρύθμιση που υφίσταται η ζωή υπό την επίδραση των Περασμένων, των Γεγραμμένων και των Πεπραγμένων, μόνο αυτό μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη του μέλλοντος ως χρονικό διάστημα-ευκαιρία για μια εκ νέου και ολοένα λιγότερο αποδοτική υπερανάλυση των Προηγούμενων.  Δεν έχει σημασία προς τα που βαδίζουμε αλλά το από που ερχόμαστε ή μάλλον το από που ερχόμαστε καθορίζει το προς τα που βαζίδουμε. Μικρής ιστορικής σημασίας είναι η στιγμή της γέννησης εφόσον κανείς δεν έχει κάτι να θυμάται πρίν από αυτήν. Επίσης ήσσονος σημασίας είναι οποιαδήποτε στιγμή πριν την αμαύρωση του φωτογραφικού φιλμ της ζωής από την ακτίνα του έρωτα -όσο ισοπεδωτική κι αν είναι η συνειδητοποίηση αυτής της ιδέας.

            Αν η μνήμη είναι για τον άνθρωπο η αφορμή να ξεχνάει, τότε είσαι για μένα κάτι σαν τις αναμνήσεις που φοβάμαι οτι θα ξεχάσω. Αυτό που ξέρω είναι οτι από το πρωί είμαι σε ένα ήδη μελλοντικά χαμένο τραίνο παρά θιν’αλός και ψάχνω το νόημα της ύπαρξης παρασιτώντας στη ζωή. Θέλω να αγκαλιάσω τόσο τις μπομπίνες, τις σπείρες των ταινιών όπου κοιμάται η όποια ιστορία μου, να τις ξεδιπλώσω και να τις κοιτάξω λαίμαργα στο φως σαν να προσπαθούσα να διαβάσω την ακτινογραφία μου και να διαγνώσω το παρόν μου.

            Είσαι ακόμα η μητέρα για εμένα, αυτή που με έφερνε στην παραλία παρέα με ένα βιβλίο και το μικρό μου κουβαδάκι κατρακυλούσε στους αμμόλοφους, εκείνη στην οποία δόθηκα ανευ όροις και αφέθηκα σαν το ευάλωτο βρέφος. Όπως μέρα με τη μέρα αποδράς από τον ιστό της και απογαλακτίζεσαι μα δεν απομακρύνεσαι πραγματικά ποτέ από το στήθος της διότι φοβάσαι την σαρωτική επίδραση του χρόνου στη μνήμη σου, έτσι κι εγώ δεν ξεστρατεύω μακριά από σένα, διότι φοβάμαι να αφήσω τις αναμνήσεις μας στο έλεος του ανέμου που θα τις σκορπίσει σαν την άμμο.

            Όλοι κουβαλάμε την μητέρα μέσα μας, μόνο που η δικιά μου η μητέρα είναι ψάρι, εσύ πεινάς κι εγώ πρέπει να με ταΐσω για να συνεχίσω την επιβίωση. Μην σε τρομάζει η σκόνη ανάμεσα στις ρυτίδες του προσώπου μου, είναι εξωτερίκευση μιας σκονισμένης  εσωτερικότητας. Καμία θύμιση δεν είναι πιο επικίνδυνη από τις άλλες (όσον αφορά το «μετά») όπως καμία αγάπη δεν είναι καλύτερη από τις υπόλοιπες. Εμένα η μητέρα μου είναι περήφανο άτι που καλπάζει μακριά, εσύ όμως είσαι ένα έλος στο οποίο ολοένα και βυθίζομαι, τόσο βασανιστικά αργά όμως που δεν πρόκειται να πνιγώ πριν να αυτοκαταστραφώ. Εγώ υπάρχω επειδή υπάρχει το παρελθόν μου και το παρελθόν μου υπάρχει επειδή βρίσκεσαι εσύ μέσα σε αυτό. Νοιώθω οτι η παρωχημένη στασιμότητα με πνίγει-πως νοιώθεις εσύ για το πρώτο λυκόφως της ζωής σου, ω Μεγάλε Έρωτα μου;

            Ένας μηχανικός ήχος έσκισε την στοχαστική σιωπή και το τραίνο ακινητοποιήθηκε. Ανοιγόκλεισα ασυναίσθητα τα μάτια μου και ανακίνησα το κεφάλι μου. Όση ώρα κι αν είχα περάσει μέσα στο τραίνο, όση ώρα κι αν απέμενε για τον –άγνωστο- προορισμό μου, το τοπίο έξω μαρτυρούσε την αληθινή και «πίσω από το βέλο» θολή στασιμότητα των όλων. Ο άνεμος λυσσομανούσε. Μαστίγωνε την άμμο, την πετούσε εδώ και κει, την βίαζε κάτω από τα φύλλα των καλαμιών. Αμμοστρόβιλοι χαράκωναν το έδαφος, σαν αστυφύλακες σε νυχτερινή περίπολο. Ένας ενδόμυχος φόβος για μια ενδεχόμενη απειλή και καταστροφή με συντάραξε, μα γρήγορα καταλάγιασε σαν συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν μέσα σε ένα κλειστό βαγόνι, προστατευμένος από την μοιραία δράση της φύσης. Πολλοί επιβάτες βιάστηκαν να σηκωθούν από τις θέσεις τους και άρχισαν να περιφέρονται νευρικοί και διαμαρτυρόμενοι στον διάδρομο. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πως αυτές οι στιγμές τρυπούν τη μεμβράνη του χρόνου και διαριγνύουν τον τοίχο του παρόντος με σκοπό να ανοίξουν δίοδο για την Παρέλαση των Θυμήσεων. Τόσο λίγο αντιλαμβάνονται και σέβονται το παρελθόν, τόσο υποτιμούν την καθοριστική και απρόσκοπτη παρουσία του στην ζωή, τόσο λίγο παρελθόν έχουν άρα και τόσο λίγο μέλλον, άρα τόσο λίγο ζουν...

*

Πλατεία. Μόνος. Περιμένω. Τριγύρω κόσμος πηγαινοέρχεται. Διαρκής κίνηση μπροστά στο ακίνητο βλέμμα μου : χέρια και σακούλες, χέρια πιασμένα με χέρια, χέρια αδειανά, χέρια σε τσέπες-χέρια σκεπτικά· η σοφία της αφής. Ο χρόνος κυλάει πιο αργά όταν είσαι τυφλός, τα χρόνια κάνουν συχνές στάσεις για τσιγάρο και ξεκούραση στο πέρασμά τους από σένα, η αποτελμάτωση και η σήψη ζυγίζουν το ίδιο όσο η πάροδος και η ροή. Σε περιμένω κι όμως δεν νοιώθω την ώρα να περνά· εδώ σουρουπώνει μα στην άλλη άκρη του κόσμου ξημερώνει -εκεί ξημερώνει κι εδώ σουρουπώνει. Ο χρόνος δεν έχει ίδια μέτρα και σταθμά για όλους άρα είναι στο χέρι σου να διαλέξεις ποιά εκδοχή θ’ακολουθήσεις. Το μόνο που μπορώ να νοιώθω πια, είναι η αυξανόμενη δυσφορία στο στομάχι μου. Αυτά τα λουλούδια με ανακατεύουν, αυτή η οσμή της διάχυτης ψευτοϊκανοποίησης μου φέρνει έμετο.

Σε περιμένω ακόμα, με τα χέρια σταυρωμένα, τα δάκτυλα μπλεγμένα μεταξύ τους και το βάρος μου ακουμπισμένο στο μάρμαρο ενός σιντριβανιού. Χαζεύω στο υπερπέραν, πίσω από τα κεφάλια των περαστικών, πίσω από την ομίχλη των ανήσυχων σκέψεών τους και πάνω από τα κυπαρίσσια στο πιο μακρινό κοιμητήριο -τα κυπαρίσσια εκείνα που θαρρείς πως τρέφονται μόνο από τον θάνατο και πως κάθε σώμα που σκάει βίαια στο χώμα τους δίνει μια σπιθαμή ακόμα ύψος-κωνοειδείς σχηματισμοί, σαν τους μιναρέδες των οθωμανικών τζαμιών απευθύνουν προσευχές στον ουρανό για τους Ησυχασμένους.

«Μα κι αν ήταν συνέχεια μέρα πώς θα θαύμαζα εγώ τώρα το βιολετί αυτό χρώμα του ορίζοντα; Πως θα αισθανόμουν αυτή την ανεξήγητη αγαλλίαση που νοιώθει ο πατέρας όταν γυρνά το απομεσήμερο σπίτι του και πατάει ξυπόλυτος πάνω στο χαλί;» Η πλατεία άδειασε, λογικό, το συντριβάνι πετά λιγότερο νερό. «Μην μου πεις οτι περιμένεις να πετάξουν και τα πουλιά για να εμφανιστείς σαν την Εκάβη με το μαύρο πέπλο σου ν’ανεμίζει καταμεσής του πλακώστρωτου ξέφωτου; Βαρέθηκα να σε περιμένω ξέρεις, φεύγω· κι όμως ξέρω οτι ο κόσμος θα συνεχίσει την πορεία του μέσα στη ζεστασιά των μισάνοιχτων χειλιών σου. Μην με αναζητήσεις-για το καλό μου».

*
            «Κοίτα, μπορώ να ισορροπήσω εδώ πάνω, κοίτα, μπορώ να διπλώσω έτσι τα χέρια μου, άκου μπορώ να κάνω ήχους πουλιών, δες, μπορείς να φέρεις τον αγκώνα σου εδω; Κοίτα, μπορώ να υπερπηδήσω αυτόν τον τοίχ-. Όχι δεν μπορώ και δυστυχώς ήσουν εκεί για να το διαπιστώσεις ιδίοις όμασι, και μετά έφυγες γιατί άκουσες ένα σκυλάκι να κλαίει και ράγισε η καρδιά σου, κι εγώ μάζεψα τα αίματά μου, τα έβαλα στην τσέπη μου και γύρισα στη στέγη μου για να τα βάλω στο κουτάκι αναμνήσεων».

*
«Κράτησέ το λίγο πιο μακριά...όχι, λίγο πιο κάτω, πιο δεξιά....εκεί που είσαι πέφτει μια σκιά, κάνε λίγο πιο αριστερά...δεν με καταλαβαίνεις, κράτησε το λεμόνι πιο μακριά αλλά εσύ έλα πιο κοντά, πιο κοντά σε μένα...δεν χωράς στο κάδρο μου». Σε ακούω ακόμα μέσα μου. Ποτέ δεν χώρεσα στο κάδρο σου αλλά δεν έφταιγε η φωτογραφική μηχανή σου ούτε κι εγώ, απλά ποτέ δεν υπήρξα ακριβώς απέναντί σου. Ο ένας ένα ολόγραμμα για τον άλλον, όσο υπάρχει ηλεκτρική τροφοδότηση υπάρχεις, μόλις πέσει η νύχτα και κλείσουν οι διακόπτες ο καθένας ξαναγυρνά στη ζωή του -ή στην απραξία και την λήθη του.

«Ας πούμε οτι κάπου εκεί είναι καλά, ποτέ δεν θα πετύχουμε το τέλειο, ας συμβιβαστούμε με ό,τι μπορούμε να πετύχουμε τώρα». Ποτέ δεν πίστευα οτι θα ξεστόμιζες κάτι τέτοιο, μάλλον εξέπληξες και τον ίδιο σου τον εαυτό, δεν σε ξέρεις καλά, το ξέρεις αλλά δεν το παραδέχεσαι γιατί βαριέσαι να ενδοσκοπήσεις και ναι, παραδέξου το, έχει πλάκα το παιχνίδι, πήγαινε το λέμονι λίγο πιο δίπλα, κάνε εσύ κάπως στην άκρη, κράτα τον φακό ανυψωμένο...κι όλα αυτά για να βγει μια φωτογραφία, μια εντύπωση στην αιωνιότητα, ένα χαράκωμα στην ψυχή κι ένα σημάδι από πυρακτωμένο μέταλλο πάνω στο κορμί (μου), που άμα δεν σ’αρέσει απλά θα την θάψεις στο συρτάρι σου μαζί με τόσες άλλες.

Εκείνη η μέρα θα μείνει αξέχαστη, όπως κι αν βγήκε η φωτογραφία εν τέλει. Ήμασταν εσύ, εγώ και γύρω μας μόνο η καφετιά άμμος, τα αγκαθωτά βραχόφυτα και ο άγριος ωκεανός, κι ένα λεμόνι στ’ανάμεσό μας. Ένα λεμόνι σε μπλε φόντο.

*
«Σκέπτομαι να βάψω τους τοίχους του δωματίου μου πράσινους και θα κρεμάσω ένα λεμόνι και αυτό θα είμαι εγώ.» αναφώνησες όλο χαρά. Δεν στάθηκα ποτέ στην απορία του πως μπορείς να καρφώσεις ένα λεμόνι στον τοίχο. Δεν στάθηκα ποτέ στην απορία του γιατί επέλεξες ένα λεμόνι ή του πως σου ήρθε αυτή η ιδέα, στάθηκα μόνο στο πράσινο-γιατί πράσινο;

*
-Μεσημέριασε κι ακόμα ένα φιλί δεν δώσαμε.
-Δεν πειράζει κι αύριο μέρα είναι.
Κάποιος αυτό θα το έλεγε αισιοδοξία, εγώ το είπα «αρχή του τέλους».
-Αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα.
-Πάψε επιτέλους να σκέφτεσαι το αύριο, σταμάτα να υπάρχεις για το μετά και δώσε σημασία στο σήμερα, στο τώρα, ειδάλλως δεν θα υπάρξει αύριο. Φτιάχνουμε μόνοι μας το μέλλον μας, ρίξε τα θεμέλιά σου τώρα. «Δεν υπάρχει μέλλον χωρίς παρελθόν κι όσο υπάρχει παρελθόν δεν θα υπάρχει μέλλον», το έχω συνειδητοποιήσει χάρη σ' εσένα.

*
«Οι ακραίοι άνθρωποι είναι για την τέχνη,  στην ζωή είμαστε όλοι μέτριοι». Το πιστεύω και προσπαθώ να το αναιρέσω.
-Χθες έκλαιγα όλη νύχτα, κι ας ήσουν στο πλάι μου.
-Γιατί αυτό;
-Γιατί είμαι καλλιτέχνης. 

Γέλασες, και μετά κοιμήθηκες. Κοιμήσου εσύ κι εγώ θα ονειρεύομαι. Πάντα κοιμόσουν, σε ξύπνησα για λίγο και συνέχισες τον ύπνο σου, ελπίζω να ξυπνήσεις πριν να είναι αργά, γιατί ο καιρός θα έχει περάσει. «Δεν μετανοιώνω για ο,τι έκανα, μα για ό,τι δεν έκανα», στο έχω πει. Αμα είχα προσπαθήσει πιο νωρίς ίσως να ήταν διαφορετικά τα πράγματα -σίγουρα θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα, αλλά αυτή είναι η αξία του παρελθόντος κι εκεί έγκειται η εμμονή μας σε αυτό : ξέρουμε καλά τι έγινε αλλά πάντα έχουμε την απορία ως προς το ποιό θα ήταν το αποτέλεσμα άμα το άσπρο ήταν μαύρο, άμα το γκρι δεν ήταν θεός, άμα το λεμόνι δεν ήταν σε πράσινο φόντο εξαρχής.

Πράσινο, γιατί πράσινο...

*
Θα σε δω για πρώτη φορά-και θα είμαστε οι δυο μας. Θα σε αναγνωρίσω ανάμεσα στο πλήθος, ο ουρανός θα έχει κρεμάσει για εμένα ένα βελάκι πάνω από το κεφάλι σου και τον ποταμό των μαλλιών σου. Θα σου έχω χαμογελάσει πριν με βρεις, θα έχω φορέσει το καλύτερο ρούχο μου για να σε εντυπωσιάσω και θα κάθομαι στο συντριβάνι μια μέρα πριν την αφιξή σου. Θέλω να σιγουρέψω οτι όλα είναι τέλεια για να σε υποδεχτούν. Ελπίζω στην βρωμιά του πλακόστρωτου, επιθυμώ τις πατημένες τσίχλες στους αρμούς, θεοποιώ τα περιστέρια που περιπλανώνται ανάμεσα στα πόδια των ανθρώπων- θέλω όλα να μείνουν όπως είναι, θέλω ο κόσμος να σταματήσει το καρουσέλ του για να κατέβω, να σε πιάσω από το χέρι και να σε ανεβάσω στο δικό μου αλογάκι...κι ύστερα να συνεχίσουμε μαζί το γύρω γύρω.

Για σένα δεν έχει καν υπάρξει ακόμα το λεμόνι. Δεν με ξέρεις, παρά γνωρίζεις απλά την ύπαρξή μου. Στο νου σου όλα είναι πιθανά αλλά δεν κάνεις τον κόπο να σκεφτείς τόσο μακριά. Για σένα απλά πρόκειται να προστεθεί ένα ακόμα κομματάκι στο παζλ σου-και όταν το ολοκληρώσεις θα φτιάξεις ένα άλλο και θα αφήσεις τα παλιά να σκονιστούν. Δεν με ξέρεις, παρά γνωρίζεις απλά την ύπαρξή μου, για σένα δεν έχει καν υπάρξει ακόμα το λεμόνι...

Εγώ σε περιμένω και σε περίμενα πάντα. Σε γνώριζα κι ας μην είχα υπόψην μου την ύπαρξή σου. Σε βλέπω να περπατάς και ξέρω οτι αυτό το περπάτημα θα με τυφλώσει, αυτά τα πόδια θα με καταστήσουν ανάπηρο, αυτό το βλέμμα θα με πετρώσει και θα καταδικαστώ στην αιωνιότητα ενός παρελθόντος-όλα αυτά εξαιτίας μιας ημέρας, της ημέρας όταν ξεκίνησε το παρελθόν μου και άρα η ζωή μου. Εγώ δεν παίζω με παζλ, ούτε ψάχνω κομμάτια εδώ και κει,  είμαι η κόλλα που θα περάσει ανάμεσα στις σχισμές και θα εξατμιστεί-κι όσο κρατήσω. Έχω όνομα για αυτό πρέπει να με θυμάσαι. Δεν με ξέρεις, παρά γνωρίζεις απλά την ύπαρξη μου, ενώ εγώ έχω ήδη ετοιμάσει την βαλίτσα μου για το ταξίδι του χαμού αύριο, το τραίνο με περιμένει. Αυτή είναι η διαφορά μας, ζούμε τον χρόνο προς αντίθετες κατευθύνσεις και έτυχε η Τύχη στα ζάρια να συναντηθούμε. Δεν θα ξαναγίνει αυτό γιατί συνεχίζεις τον δρόμο σου προς τα μπρος ενώ εγώ προς τα πίσω, δεν ξέρω για ποιόν από τους δυο υπάρχει τέρμα ή προορισμός, δεν γνωρίζω ποιός θα αντιμετωπίσει τα περισσότερα εμπόδια, το μόνο που ξέρω είναι οτι σε περιμένω στην πλατεία και στο χέρι μου κρατώ ένα λεμόνι για να με αναγνωρίσεις, στέκομαι μπρος στο συντριβάνι. Ελπίζω μέσα στο πλήθος να το προσέξεις-ένα λεμόνι σε μπλε φόντο. 


*Το παραπάνω διήγημα, το έχει γράψει ο Κωνσταντίνος Κοττάς και δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Τον ευχαριστώ ιδιαιτέρως γιατί με τη συμβολή του ανοίγει μια νέα ενότητα γι' αυτή τη χρονιά -λίγο καθυστερημένα.  Καλό μας μήνα!

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

οι έρωτες πουλάνε - ας γράψω κάτι ακόμα γι' αυτούς

πιστεύω σε Σένα (κάποτε)

υπήρξε η θρησκεία μέσα μου. ή εγώ μέσα της. κι ο Θεός μέσα μου. εγώ μέσα Του ποτέ.

μεγάλωσα λίγο και τους θεούς τους απαρνήθηκα.

όχι τίποτα άλλο, γιατί αν με έβλεπαν, δε θα με άφηναν αβοήθητη.

υπήρξα αβοήθητη για πολύ καιρό. κάθε βράδυ Σε παρακαλούσα. προσευχόμουν σε Σένα.

η θρησκεία υπάρχει ακόμα. ο Θεός της δεν υπάρχει.

τα απομεινάρια μας παντού. Εσύ πουθενά.

τώρα ήρθε η ώρα για το δικό μας Ευαγγέλιο.

δεν έκανες λάθος. δεν έκανα ούτε εγώ. απλά χρειαζόμαστε μια νέα θρησκεία.

δεν υπήρξα απελπισμένη. χωρίς ελπίδα ποτέ. χωρίς πίστη ίσως.

μα εδώ που φτάσαμε η πίστη ελπίδα έγινε. για λύτρωση.

τη μέρα που δε θα με νοιάζει να ανάψω ένα κερί στο ναό Σου, θα έχεις σταματήσει να υπάρχεις.


υποσημείωση: βαρέθηκα τις υποσημειώσεις

ευχαριστώ το φίλο Μαρίνο για τη μουσική

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Το δέρμα που κατοικώ

για να μην τρελαθώ άρχισα να κρατάω σημειώσεις
σημειώνω την ημερομηνία
τώρα νιώθω μοναξιά¨ να το σημειώσω
απόψε το φως στο υπνοδωμάτιο άναψε μόνο του
μόλις μπήκα στο σπίτι, κάποιος με ακολουθούσε
σημειώνω τα ονόματα τους
και το μέρος που τους πρωτοσυνάντησα

κρατάω σημειώσεις μ' αυτό εδώ το μαύρο στιλό
το τηλέφωνό του, το ραντεβού μας
επιστρέφω σπίτι και σημειώνω
στο σπίτι είναι ήρεμα και έρημα
σήμερα ο ήχος του ψυγείου μου αποσπά συνεχώς την προσοχή
παίρνω τηλέφωνο, φεύγω απ' το σπίτι
σήμερα δεν είναι ήρεμα πουθενά
αλλά είναι παντού έρημα
τώρα θέλω να ουρλιάξω¨ το σημειώνω κι αυτό
δεν ουρλιάζω, δεν ουρλιάζω, δεν ουρλιάζω

για να μην τρελαθώ άρχισα να κρατάω σημειώσεις
μα οι σημειώσεις με έχουν περικυκλώσει
βρίσκομαι ξαπλωμένη στο πάτωμα
σημειώνω την τελευταία γωνία του τοίχου
οι σημειώσεις με έχουν περικυκλώσει
σήμερα θα τρελαθώ
δεν ήμουν τρελή πριν
21-11-2012 σήμερα θα τρελαθώ



*έγινα 21 κι ακόμα δε σταμάτησα να φαντασιώνομαι το τέλος
μη σε ξεγελάει, δεν έρχεται ποτέ
όταν έρθει, δε το αντιλαμβάνεσαι
γι' αυτό το φαντασιώνομαι - δεν ξέρω πώς να το κατακτήσω
σ' αρέσει να τελειώνεις - κι εμένα μ' αρέσει
μα δεν τελειώνουμε, τα υγρά μας είναι το αναισθητικό για να μη νιώθουμε πως πλησιάζει
το τέλος το πραγματικό

~ο τίτλος από την ομώνυμη ταινία

23.10.11

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

yearner

σήμερα νιώθω πιο ποιήτρια από ποτέ
απογοητευμένη από τον κόσμο
μεθυσμένη και φοβισμένη απ' τους
ανθρώπους
σαν εκτυφλωτικά φώτα που
πέφτουν ακαριαία επάνω σε
πλάσμα που μεγάλωσε
στο σκοτάδι

μα τι είναι αυτά τα θανατερά;
ας πιούμε σ' αυτό που έρχεται
μπορεί και να 'ναι
η μεγαλύτερη καταστροφή (μας)
κι ίσως να μας αξίζει τελικά.

μπορεί και να μην υπήρξαν
ποιητές (μέσα μας)
κι όποιος πεθαίνει να πεθαίνει
για πάντα
κι ό,τι καταστρέφεται να
καταστρέφεται ολοκληρωτικά

ίσως πάλι να αναγεννηθούμε από τις
στάχτες μας
όχι, λάθος, μας μπέρδεψα
με πουλιά

δε δήλωσα ποτέ αισιόδοξη
άλλοι δε δήλωσαν ποτέ τίποτα
κανείς δεν πιστεύει πως θα καταστραφεί
ο κόσμος
έχουν νιώσει ήδη την καταστροφή
κι οι καταστροφές είπαμε-
άπαξ

εγώ όμως θέλω να μας ευχηθώ
α-ντίο
μπορεί και να 'ναι  
η μεγαλύτερη καταστροφή (μας) 
κι ίσως να μας αξίζει τελικά.



* έπρεπε να ακούγεται η Patti Smith (China Birds) - 
ένα απλό κορίτσι απλά με συγκλόνισε 
καλό μας μήνα 



MusicPlaylistView Profile
Create a playlist at MixPod.com