*Επίλογος*
Ωκεανός-άμμος-τραίνο. Κάτω από τη σκόνη που σηκώνουν οι ρόδες του στην άμμο φαίνονται οι ράγες να χάνονται προς τα πίσω. Όλα τα τραίνα που εκτελούν αυτή τη διαδρομή θα πρέπει να πατήσουν πάνω σε αυτές τις ράγες, όλοι οι επιβάτες θα κολλήσουν για μια στιγμή μέσα στο παράθυρο και αναδυόμενοι από τους στροβίλους του λογισμού τους θα απηχθούν από το άγριο τοπίο-για μια στιγμή μόνο. Οι ράγες μένουν πάντα εκεί· όσο δεν υπάρχει τραίνο επάνω τους οι ράγες παραμένουν ένα ενιαίο μεταλλικό κατασκέυασμα, μόλις όμως ο πρώτος κόκκος άμμου χωθεί κάπου ανάμεσα στα σίδερά τους ξε-χωρίζουν σε μπρος και πίσω, σε παλιές και νέες, θυμίζουν τη διαδρομή που πέρασε και αντιπροσωπεύουν την αναμονή και την περιέργεια για τον άγνωστο προορισμό που έπεται.
Ένα βλέμμα παγιδευμένο πίσω από ένα τζάμι, ένας νους περιπλανώμενος στο γοητευτικά άγριο τοπίο της παραλίας. Ένας ήλιος ράθυμος και νυσταγμένος πίσω από αγκαλιασμένα μπαμπακοσύννεφα- στα πόδια του η απέραντη ακτή γυμνή κι ανάσκελη να χαίρεται την αυγή του κόσμου κι ο άνεμος να μαίνεται ανάμεσα στα στήθια της, όπως τότε που περνούσε με έναν ερωτικό απόηχο ανάμεσα στα κυκλάμινα και στα ανώριμα μπούστα των κοριτσιών: άνεμος άσελγος, άνεμος αιώνιος. Γλυφά κύματα που κάνουν το κορμί να ριγήσει, ηδονή στον αφρό της τρικυμίας κι ένας ακόρεστος Ποσειδώνας να ζωγραφίζει το σαρδόνιο χαμόγελό του στους βράχους.
«Όπως τότε που σε είχα για μητέρα και η μουντάδα έτρεχε μακριά μόλις άφηνες το αποτύπωμά σου στην άμμο. Όπως όταν νόμιζα οτι η φύση ακολουθεί το πεπρωμένο, ενώ μου έδειξε οτι απλά το ανέχεται. Η θέληση πηγάζει από την περιέργεια του αγνώστου, από την βυθομέτρηση του ωκεανού, από τη βολιδοσκόπηση του έρωτα-διότι παραδινόμαστε στον έρωτα επειδή μας τροφοδοτεί εκείνη την εσωτερικότερη αίσθηση του απρόσμενου, κι εκεί ακριβώς σπάει η πλάκα της μοίρας. Δεν μπορώ να μιλήσω για το τώρα γιατί «τώρα» δεν υπάρχει. Όταν το παρόν παρέρχεται με την ταχύτητα της λήθης τότε το μόνο που μένει είναι να γονατίσει το Σύμπαν υποκλινόμενο στο Παρελθόν. Ξέρεις, σε φέρνω συχνά στη θύμισή μου, σαν εξάσκηση του «εγώ» μου, να δω πότε θα αποκτήσω την ενεργητική ανοσία στον πειρασμό της εσωτερικής ζυγαριάς να γέρνει προς το -βεβαρυμένο από την ερωτική παρουσία σου- παρελθόν μου και την μοιρολατρικά θεοποιημένη -ανεπιστερεπτί διαλειπούσα- ιστορία του.»
Ανακάθομαι στο κάθισμά μου και βυθίζομαι ξανά, εθελοντικά, στον μεθυστικό χορό της στροβιλιζόμενης άμμου. «Μόνο ένα κάδρο θα μπορούσε να μαρτυρήσει την αρνητική παλίνδρομη ρύθμιση που υφίσταται η ζωή υπό την επίδραση των Περασμένων, των Γεγραμμένων και των Πεπραγμένων, μόνο αυτό μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη του μέλλοντος ως χρονικό διάστημα-ευκαιρία για μια εκ νέου και ολοένα λιγότερο αποδοτική υπερανάλυση των Προηγούμενων. Δεν έχει σημασία προς τα που βαδίζουμε αλλά το από που ερχόμαστε ή μάλλον το από που ερχόμαστε καθορίζει το προς τα που βαζίδουμε. Μικρής ιστορικής σημασίας είναι η στιγμή της γέννησης εφόσον κανείς δεν έχει κάτι να θυμάται πρίν από αυτήν. Επίσης ήσσονος σημασίας είναι οποιαδήποτε στιγμή πριν την αμαύρωση του φωτογραφικού φιλμ της ζωής από την ακτίνα του έρωτα -όσο ισοπεδωτική κι αν είναι η συνειδητοποίηση αυτής της ιδέας.
Αν η μνήμη είναι για τον άνθρωπο η αφορμή να ξεχνάει, τότε είσαι για μένα κάτι σαν τις αναμνήσεις που φοβάμαι οτι θα ξεχάσω. Αυτό που ξέρω είναι οτι από το πρωί είμαι σε ένα ήδη μελλοντικά χαμένο τραίνο παρά θιν’αλός και ψάχνω το νόημα της ύπαρξης παρασιτώντας στη ζωή. Θέλω να αγκαλιάσω τόσο τις μπομπίνες, τις σπείρες των ταινιών όπου κοιμάται η όποια ιστορία μου, να τις ξεδιπλώσω και να τις κοιτάξω λαίμαργα στο φως σαν να προσπαθούσα να διαβάσω την ακτινογραφία μου και να διαγνώσω το παρόν μου.
Είσαι ακόμα η μητέρα για εμένα, αυτή που με έφερνε στην παραλία παρέα με ένα βιβλίο και το μικρό μου κουβαδάκι κατρακυλούσε στους αμμόλοφους, εκείνη στην οποία δόθηκα ανευ όροις και αφέθηκα σαν το ευάλωτο βρέφος. Όπως μέρα με τη μέρα αποδράς από τον ιστό της και απογαλακτίζεσαι μα δεν απομακρύνεσαι πραγματικά ποτέ από το στήθος της διότι φοβάσαι την σαρωτική επίδραση του χρόνου στη μνήμη σου, έτσι κι εγώ δεν ξεστρατεύω μακριά από σένα, διότι φοβάμαι να αφήσω τις αναμνήσεις μας στο έλεος του ανέμου που θα τις σκορπίσει σαν την άμμο.
Όλοι κουβαλάμε την μητέρα μέσα μας, μόνο που η δικιά μου η μητέρα είναι ψάρι, εσύ πεινάς κι εγώ πρέπει να με ταΐσω για να συνεχίσω την επιβίωση. Μην σε τρομάζει η σκόνη ανάμεσα στις ρυτίδες του προσώπου μου, είναι εξωτερίκευση μιας σκονισμένης εσωτερικότητας. Καμία θύμιση δεν είναι πιο επικίνδυνη από τις άλλες (όσον αφορά το «μετά») όπως καμία αγάπη δεν είναι καλύτερη από τις υπόλοιπες. Εμένα η μητέρα μου είναι περήφανο άτι που καλπάζει μακριά, εσύ όμως είσαι ένα έλος στο οποίο ολοένα και βυθίζομαι, τόσο βασανιστικά αργά όμως που δεν πρόκειται να πνιγώ πριν να αυτοκαταστραφώ. Εγώ υπάρχω επειδή υπάρχει το παρελθόν μου και το παρελθόν μου υπάρχει επειδή βρίσκεσαι εσύ μέσα σε αυτό. Νοιώθω οτι η παρωχημένη στασιμότητα με πνίγει-πως νοιώθεις εσύ για το πρώτο λυκόφως της ζωής σου, ω Μεγάλε Έρωτα μου;
Ένας μηχανικός ήχος έσκισε την στοχαστική σιωπή και το τραίνο ακινητοποιήθηκε. Ανοιγόκλεισα ασυναίσθητα τα μάτια μου και ανακίνησα το κεφάλι μου. Όση ώρα κι αν είχα περάσει μέσα στο τραίνο, όση ώρα κι αν απέμενε για τον –άγνωστο- προορισμό μου, το τοπίο έξω μαρτυρούσε την αληθινή και «πίσω από το βέλο» θολή στασιμότητα των όλων. Ο άνεμος λυσσομανούσε. Μαστίγωνε την άμμο, την πετούσε εδώ και κει, την βίαζε κάτω από τα φύλλα των καλαμιών. Αμμοστρόβιλοι χαράκωναν το έδαφος, σαν αστυφύλακες σε νυχτερινή περίπολο. Ένας ενδόμυχος φόβος για μια ενδεχόμενη απειλή και καταστροφή με συντάραξε, μα γρήγορα καταλάγιασε σαν συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν μέσα σε ένα κλειστό βαγόνι, προστατευμένος από την μοιραία δράση της φύσης. Πολλοί επιβάτες βιάστηκαν να σηκωθούν από τις θέσεις τους και άρχισαν να περιφέρονται νευρικοί και διαμαρτυρόμενοι στον διάδρομο. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πως αυτές οι στιγμές τρυπούν τη μεμβράνη του χρόνου και διαριγνύουν τον τοίχο του παρόντος με σκοπό να ανοίξουν δίοδο για την Παρέλαση των Θυμήσεων. Τόσο λίγο αντιλαμβάνονται και σέβονται το παρελθόν, τόσο υποτιμούν την καθοριστική και απρόσκοπτη παρουσία του στην ζωή, τόσο λίγο παρελθόν έχουν άρα και τόσο λίγο μέλλον, άρα τόσο λίγο ζουν...
*
Πλατεία. Μόνος. Περιμένω. Τριγύρω κόσμος πηγαινοέρχεται. Διαρκής κίνηση μπροστά στο ακίνητο βλέμμα μου : χέρια και σακούλες, χέρια πιασμένα με χέρια, χέρια αδειανά, χέρια σε τσέπες-χέρια σκεπτικά· η σοφία της αφής. Ο χρόνος κυλάει πιο αργά όταν είσαι τυφλός, τα χρόνια κάνουν συχνές στάσεις για τσιγάρο και ξεκούραση στο πέρασμά τους από σένα, η αποτελμάτωση και η σήψη ζυγίζουν το ίδιο όσο η πάροδος και η ροή. Σε περιμένω κι όμως δεν νοιώθω την ώρα να περνά· εδώ σουρουπώνει μα στην άλλη άκρη του κόσμου ξημερώνει -εκεί ξημερώνει κι εδώ σουρουπώνει. Ο χρόνος δεν έχει ίδια μέτρα και σταθμά για όλους άρα είναι στο χέρι σου να διαλέξεις ποιά εκδοχή θ’ακολουθήσεις. Το μόνο που μπορώ να νοιώθω πια, είναι η αυξανόμενη δυσφορία στο στομάχι μου. Αυτά τα λουλούδια με ανακατεύουν, αυτή η οσμή της διάχυτης ψευτοϊκανοποίησης μου φέρνει έμετο.
Σε περιμένω ακόμα, με τα χέρια σταυρωμένα, τα δάκτυλα μπλεγμένα μεταξύ τους και το βάρος μου ακουμπισμένο στο μάρμαρο ενός σιντριβανιού. Χαζεύω στο υπερπέραν, πίσω από τα κεφάλια των περαστικών, πίσω από την ομίχλη των ανήσυχων σκέψεών τους και πάνω από τα κυπαρίσσια στο πιο μακρινό κοιμητήριο -τα κυπαρίσσια εκείνα που θαρρείς πως τρέφονται μόνο από τον θάνατο και πως κάθε σώμα που σκάει βίαια στο χώμα τους δίνει μια σπιθαμή ακόμα ύψος-κωνοειδείς σχηματισμοί, σαν τους μιναρέδες των οθωμανικών τζαμιών απευθύνουν προσευχές στον ουρανό για τους Ησυχασμένους.
«Μα κι αν ήταν συνέχεια μέρα πώς θα θαύμαζα εγώ τώρα το βιολετί αυτό χρώμα του ορίζοντα; Πως θα αισθανόμουν αυτή την ανεξήγητη αγαλλίαση που νοιώθει ο πατέρας όταν γυρνά το απομεσήμερο σπίτι του και πατάει ξυπόλυτος πάνω στο χαλί;» Η πλατεία άδειασε, λογικό, το συντριβάνι πετά λιγότερο νερό. «Μην μου πεις οτι περιμένεις να πετάξουν και τα πουλιά για να εμφανιστείς σαν την Εκάβη με το μαύρο πέπλο σου ν’ανεμίζει καταμεσής του πλακώστρωτου ξέφωτου; Βαρέθηκα να σε περιμένω ξέρεις, φεύγω· κι όμως ξέρω οτι ο κόσμος θα συνεχίσει την πορεία του μέσα στη ζεστασιά των μισάνοιχτων χειλιών σου. Μην με αναζητήσεις-για το καλό μου».
*
«Κοίτα, μπορώ να ισορροπήσω εδώ πάνω, κοίτα, μπορώ να διπλώσω έτσι τα χέρια μου, άκου μπορώ να κάνω ήχους πουλιών, δες, μπορείς να φέρεις τον αγκώνα σου εδω; Κοίτα, μπορώ να υπερπηδήσω αυτόν τον τοίχ-. Όχι δεν μπορώ και δυστυχώς ήσουν εκεί για να το διαπιστώσεις ιδίοις όμασι, και μετά έφυγες γιατί άκουσες ένα σκυλάκι να κλαίει και ράγισε η καρδιά σου, κι εγώ μάζεψα τα αίματά μου, τα έβαλα στην τσέπη μου και γύρισα στη στέγη μου για να τα βάλω στο κουτάκι αναμνήσεων».
*
«Κράτησέ το λίγο πιο μακριά...όχι, λίγο πιο κάτω, πιο δεξιά....εκεί που είσαι πέφτει μια σκιά, κάνε λίγο πιο αριστερά...δεν με καταλαβαίνεις, κράτησε το λεμόνι πιο μακριά αλλά εσύ έλα πιο κοντά, πιο κοντά σε μένα...δεν χωράς στο κάδρο μου». Σε ακούω ακόμα μέσα μου. Ποτέ δεν χώρεσα στο κάδρο σου αλλά δεν έφταιγε η φωτογραφική μηχανή σου ούτε κι εγώ, απλά ποτέ δεν υπήρξα ακριβώς απέναντί σου. Ο ένας ένα ολόγραμμα για τον άλλον, όσο υπάρχει ηλεκτρική τροφοδότηση υπάρχεις, μόλις πέσει η νύχτα και κλείσουν οι διακόπτες ο καθένας ξαναγυρνά στη ζωή του -ή στην απραξία και την λήθη του.
«Ας πούμε οτι κάπου εκεί είναι καλά, ποτέ δεν θα πετύχουμε το τέλειο, ας συμβιβαστούμε με ό,τι μπορούμε να πετύχουμε τώρα». Ποτέ δεν πίστευα οτι θα ξεστόμιζες κάτι τέτοιο, μάλλον εξέπληξες και τον ίδιο σου τον εαυτό, δεν σε ξέρεις καλά, το ξέρεις αλλά δεν το παραδέχεσαι γιατί βαριέσαι να ενδοσκοπήσεις και ναι, παραδέξου το, έχει πλάκα το παιχνίδι, πήγαινε το λέμονι λίγο πιο δίπλα, κάνε εσύ κάπως στην άκρη, κράτα τον φακό ανυψωμένο...κι όλα αυτά για να βγει μια φωτογραφία, μια εντύπωση στην αιωνιότητα, ένα χαράκωμα στην ψυχή κι ένα σημάδι από πυρακτωμένο μέταλλο πάνω στο κορμί (μου), που άμα δεν σ’αρέσει απλά θα την θάψεις στο συρτάρι σου μαζί με τόσες άλλες.
Εκείνη η μέρα θα μείνει αξέχαστη, όπως κι αν βγήκε η φωτογραφία εν τέλει. Ήμασταν εσύ, εγώ και γύρω μας μόνο η καφετιά άμμος, τα αγκαθωτά βραχόφυτα και ο άγριος ωκεανός, κι ένα λεμόνι στ’ανάμεσό μας. Ένα λεμόνι σε μπλε φόντο.
*
«Σκέπτομαι να βάψω τους τοίχους του δωματίου μου πράσινους και θα κρεμάσω ένα λεμόνι και αυτό θα είμαι εγώ.» αναφώνησες όλο χαρά. Δεν στάθηκα ποτέ στην απορία του πως μπορείς να καρφώσεις ένα λεμόνι στον τοίχο. Δεν στάθηκα ποτέ στην απορία του γιατί επέλεξες ένα λεμόνι ή του πως σου ήρθε αυτή η ιδέα, στάθηκα μόνο στο πράσινο-γιατί πράσινο;
*
-Μεσημέριασε κι ακόμα ένα φιλί δεν δώσαμε.
-Δεν πειράζει κι αύριο μέρα είναι.
Κάποιος αυτό θα το έλεγε αισιοδοξία, εγώ το είπα «αρχή του τέλους».
-Αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα.
-Πάψε επιτέλους να σκέφτεσαι το αύριο, σταμάτα να υπάρχεις για το μετά και δώσε σημασία στο σήμερα, στο τώρα, ειδάλλως δεν θα υπάρξει αύριο. Φτιάχνουμε μόνοι μας το μέλλον μας, ρίξε τα θεμέλιά σου τώρα. «Δεν υπάρχει μέλλον χωρίς παρελθόν κι όσο υπάρχει παρελθόν δεν θα υπάρχει μέλλον», το έχω συνειδητοποιήσει χάρη σ' εσένα.
*
«Οι ακραίοι άνθρωποι είναι για την τέχνη, στην ζωή είμαστε όλοι μέτριοι». Το πιστεύω και προσπαθώ να το αναιρέσω.
-Χθες έκλαιγα όλη νύχτα, κι ας ήσουν στο πλάι μου.
-Γιατί είμαι καλλιτέχνης.
Γέλασες, και μετά κοιμήθηκες. Κοιμήσου εσύ κι εγώ θα ονειρεύομαι. Πάντα κοιμόσουν, σε ξύπνησα για λίγο και συνέχισες τον ύπνο σου, ελπίζω να ξυπνήσεις πριν να είναι αργά, γιατί ο καιρός θα έχει περάσει. «Δεν μετανοιώνω για ο,τι έκανα, μα για ό,τι δεν έκανα», στο έχω πει. Αμα είχα προσπαθήσει πιο νωρίς ίσως να ήταν διαφορετικά τα πράγματα -σίγουρα θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα, αλλά αυτή είναι η αξία του παρελθόντος κι εκεί έγκειται η εμμονή μας σε αυτό : ξέρουμε καλά τι έγινε αλλά πάντα έχουμε την απορία ως προς το ποιό θα ήταν το αποτέλεσμα άμα το άσπρο ήταν μαύρο, άμα το γκρι δεν ήταν θεός, άμα το λεμόνι δεν ήταν σε πράσινο φόντο εξαρχής.
Πράσινο, γιατί πράσινο...
*
Θα σε δω για πρώτη φορά-και θα είμαστε οι δυο μας. Θα σε αναγνωρίσω ανάμεσα στο πλήθος, ο ουρανός θα έχει κρεμάσει για εμένα ένα βελάκι πάνω από το κεφάλι σου και τον ποταμό των μαλλιών σου. Θα σου έχω χαμογελάσει πριν με βρεις, θα έχω φορέσει το καλύτερο ρούχο μου για να σε εντυπωσιάσω και θα κάθομαι στο συντριβάνι μια μέρα πριν την αφιξή σου. Θέλω να σιγουρέψω οτι όλα είναι τέλεια για να σε υποδεχτούν. Ελπίζω στην βρωμιά του πλακόστρωτου, επιθυμώ τις πατημένες τσίχλες στους αρμούς, θεοποιώ τα περιστέρια που περιπλανώνται ανάμεσα στα πόδια των ανθρώπων- θέλω όλα να μείνουν όπως είναι, θέλω ο κόσμος να σταματήσει το καρουσέλ του για να κατέβω, να σε πιάσω από το χέρι και να σε ανεβάσω στο δικό μου αλογάκι...κι ύστερα να συνεχίσουμε μαζί το γύρω γύρω.
Για σένα δεν έχει καν υπάρξει ακόμα το λεμόνι. Δεν με ξέρεις, παρά γνωρίζεις απλά την ύπαρξή μου. Στο νου σου όλα είναι πιθανά αλλά δεν κάνεις τον κόπο να σκεφτείς τόσο μακριά. Για σένα απλά πρόκειται να προστεθεί ένα ακόμα κομματάκι στο παζλ σου-και όταν το ολοκληρώσεις θα φτιάξεις ένα άλλο και θα αφήσεις τα παλιά να σκονιστούν. Δεν με ξέρεις, παρά γνωρίζεις απλά την ύπαρξή μου, για σένα δεν έχει καν υπάρξει ακόμα το λεμόνι...
Εγώ σε περιμένω και σε περίμενα πάντα. Σε γνώριζα κι ας μην είχα υπόψην μου την ύπαρξή σου. Σε βλέπω να περπατάς και ξέρω οτι αυτό το περπάτημα θα με τυφλώσει, αυτά τα πόδια θα με καταστήσουν ανάπηρο, αυτό το βλέμμα θα με πετρώσει και θα καταδικαστώ στην αιωνιότητα ενός παρελθόντος-όλα αυτά εξαιτίας μιας ημέρας, της ημέρας όταν ξεκίνησε το παρελθόν μου και άρα η ζωή μου. Εγώ δεν παίζω με παζλ, ούτε ψάχνω κομμάτια εδώ και κει, είμαι η κόλλα που θα περάσει ανάμεσα στις σχισμές και θα εξατμιστεί-κι όσο κρατήσω. Έχω όνομα για αυτό πρέπει να με θυμάσαι. Δεν με ξέρεις, παρά γνωρίζεις απλά την ύπαρξη μου, ενώ εγώ έχω ήδη ετοιμάσει την βαλίτσα μου για το ταξίδι του χαμού αύριο, το τραίνο με περιμένει. Αυτή είναι η διαφορά μας, ζούμε τον χρόνο προς αντίθετες κατευθύνσεις και έτυχε η Τύχη στα ζάρια να συναντηθούμε. Δεν θα ξαναγίνει αυτό γιατί συνεχίζεις τον δρόμο σου προς τα μπρος ενώ εγώ προς τα πίσω, δεν ξέρω για ποιόν από τους δυο υπάρχει τέρμα ή προορισμός, δεν γνωρίζω ποιός θα αντιμετωπίσει τα περισσότερα εμπόδια, το μόνο που ξέρω είναι οτι σε περιμένω στην πλατεία και στο χέρι μου κρατώ ένα λεμόνι για να με αναγνωρίσεις, στέκομαι μπρος στο συντριβάνι. Ελπίζω μέσα στο πλήθος να το προσέξεις-ένα λεμόνι σε μπλε φόντο.
*Το παραπάνω διήγημα, το έχει γράψει ο Κωνσταντίνος Κοττάς και δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Τον ευχαριστώ ιδιαιτέρως γιατί με τη συμβολή του ανοίγει μια νέα ενότητα γι' αυτή τη χρονιά -λίγο καθυστερημένα. Καλό μας μήνα!